BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

άνοιξα ένα παράθυρο ουρανό

Άνοιξα ένα παράθυρο ουρανό
Ένα φεγγίτη στης ψυχής μου το ταβάνι
Όταν πλαγιάζω το κορμί μου στο ντιβάνι
Να ταξιδεύω με το βλέμμα στο κενό

Άναψα ένα τσιγάρο στο θυμό
Με αναπτήρα της καρδιάς μου το φανάρι
Πάλι ψυχή μου εσένα βάλανε σημάδι
Πάλι μου πνίγεσαι στο μαύρο σου καπνό

Έβαλα σε γραμμόφωνο βραχνό
να τραγούδι που τραγούδαγες ψυχή μου
Τι έχω φταίξει και πληρώνεις αντοχή μου
Ποια συγχορδία παίζει σόλο το λυγμό

Έκρυψα δε υπόγειο σκοτεινό
Ένα παράπονο που κλαίει κρυφά τα βράδια
Να μην τ΄ ακούσουνε καρδιές πού΄ ναι ναυάγια
Και δεν σ΄ αφήσουν να γυρίσεις πάλι εδώ

Ματιές δραπέτες απ΄ τις φυλακές του κόσμου
Ματιές σε δρόμους δίχως τους ήχους των ληστών
Ματιές που ψάχνουν στου ουρανού τους νόμους
Ένα τους δίκιο που να μη σέρνει ένα σταυρό...

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Fairytale


Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

κομμάτια...


Την ευτυχία θα γνωρίσω
κοντά σου μου'χες πει
Κι αυτές σου οι λέξεις στο μυαλό μου
βαθιά είχαν χαραχτεί

Μα ως τώρα λύπη και πόνο
εγώ από σένανε μόνο έχω γευτεί

Κομμάτια ξανά η καρδιά μου
κι εσύ φταίς γι'αυτό
Στα μάτια μου εδώ μπροστά μου
να μη σε ξαναδω

Για εμπιστοσύνη και γι'αγάπη
θυμάμαι μου'χες πει
Κι αυτές σου οι λέξεις στο μυαλό μου
βαθιά είχαν χαραχτεί

Μα ως τώρα λύπη και πόνο
εγώ από σένανε μόνο έχω γευτεί

Σάββατο, 6 Νοεμβρίου 2010

Στην άκρη του ουράνιου τόξου





Οι εφτά νεραϊδούλες παρατάχθηκαν στη σειρά, έτοιμες να ξεκινήσουν μόλις εμφανιζόταν. Όλο το δάσος άκουγε τα ψιθυρίσματα και τα γέλια τους καθώς η ώρα περνούσε και δεν άκουγαν το σύνθημα του Φοίβου. Αυτός μελετούσε με προσήλωση τον ουρανό, που προσπαθούσε να αποτινάξει από πάνω του τα γκρίζα σύννεφα.

Η βροχή είχε σταματήσει πριν από λίγη ώρα, μια γλυκιά καλοκαιρινή βροχή, που άφησε το δάσος λαμπερό και δροσερό, το ξέπλυνε και το ζωντάνεψε, θυμίζοντας σε όλους την ευλογία του νερού. Ξωτικά και νεράιδες ήταν σε υπερδιέγερση καθώς περίμεναν να δουν που θα κατέληγε ο σημερινός αγώνας. Στοιχημάτιζαν ο καθένας στο χρώμα που του άρεσε ή στην νεράιδα που πίστευε πως είχε τις περισσότερες πιθανότητες να νικήσει.
Οι νεραϊδούλες κοιτούσαν τα λαμπερά φορέματα που κρατούσε αγκαλιά ο Φοίβος, προσπαθώντας να μαντέψουν ποιό θα έπεφτε στον κλήρο τους. Ξαφνικά μια ηλιαχτίδα ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα σύννεφα, που αναστενάζοντας, έκαναν άκρη στο ζεστό άγγιγμά της. Αυτή χαρούμενη φώναξε τις αδερφές της που έτρεξαν να ρίξουν το φως τους στα σταγονίδια της βροχής που είχαν μείνει μόνα να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα.
Το ουράνιο τόξο ξεπρόβαλε δημιουργώντας την χρυσή γέφυρα, τον αγωνιστικό χώρο των νεράιδων, με  το κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, πορτοκαλί, γαλάζιο, μπλε και μωβ χρώμα να σηματοδοτεί τον διάδρομο που θα αγωνιζόταν η καθεμία από αυτές. Ο Φοίβος πέταξε στον αέρα τα πολύχρωμα φορέματα, που έπεσαν μπροστά στις αγωνιζόμενες . Τα φόρεσαν βιαστικά και προσπάθησαν να εντοπίσουν πόσο μακριά ήταν το αντίστοιχο χρώμα πάνω στο ουράνιο τόξο.
Η Τιτίκα κοίταξε μπροστά της μην τολμώντας να πιστέψει στην τύχη της. Φορούσε ήδη το κόκκινο φόρεμα και ίσια μπροστά της απλωνόταν η κόκκινη διαδρομή. Παραήταν εύκολο για να είναι αληθινό. Ποτέ δεν ήταν τόσο τυχερή. Όσες φορές είχε λάβει μέρος στον αγώνα, το δικό της χρώμα ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να κατέβει την μεγάλη τσουλήθρα που οδηγούσε την άκρη του ουράνιου τόξου, όπως δικαιούται η νικήτρια, αυτή που πρώτη θα πατούσε στο μονοπάτι με το χρώμα του φορέματος της.
Ο αγώνας τελείωσε πριν καλά καλά ξεκινήσει. Μόλις ο Φοίβος έδωσε το σύνθημα, η Τιτίκα πήδηξε βιαστικά στον διάδρομο μπροστά της και ενώ άκουγε τις θυμωμένες και αγανακτισμένες φωνές των υπολοίπων νεράιδων, ένιωσε να γλιστράει με συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα πάνω στο φωτεινό της μονοπάτι, να στροβιλίζεται με δύναμη, χωρίς να προλαβαίνει να κοιτάξει γύρω της, μέχρι να φτάσει στην άκρη και να πέσει με δύναμη στο έδαφος.
Κοίταξε γύρω της με περιέργεια. Βρισκόταν δίπλα σ’ ένα ρυάκι, που ήταν τόσο ήρεμο και καθαρό, ώστε μπορούσε να ξεχωρίσει κάθε πέτρα στο βυθό του. Τα δέντρα στην όχθη του άπλωναν την σκιά τους δημιουργώντας δροσερά καταφύγια από τον ήλιο που έλαμπε στον ουρανό. Η Τιτίκα ξάπλωσε στο πράσινο γρασίδι που πάνω του έβλεπε να λαμπυρίζουν ξεχασμένες σταγόνες βροχής και κοίταξε τον γαλάζιο ουρανό και τα αραιά άσπρα σύννεφα που τόνιζαν το χρώμα του. Ένιωσε τις ηλιαχτίδες που ήρθαν να την χαϊδέψουν απαλά, ζεστές κι όχι καυτές, όπως συνήθιζαν το καλοκαίρι και τεντώθηκε με ευχαρίστηση.
Γυρνώντας το κεφάλι της από την άλλη πλευρά είδε ένα κοπάδι πρόβατα που βοσκούσαν ανέμελα και μερικά σκυλιά να τα συνοδεύουν νωχελικά. Στα αυτιά της έφτανε ο ήχος του κελαρύσματος του νερού να κινείται αργά, αλλά σταθερά, στην στενή κοίτη. Τα έντομα δεν ακουγόταν κι όλοι οι ήχοι, οι κουδούνες των προβάτων, τα βαριεστημένα γαβγίσματα των σκύλων, το θρόισμα των φύλλων που φιλούσε το δροσερό αεράκι, έφταναν καθαρά στα αυτιά της χαϊδεύοντας τις αισθήσεις της.
Σ’ ένα υψωματάκι, λίγο πιο πέρα από εκεί, διέκρινε ένα παλιό πέτρινο χτίσμα, έρημο κι εγκαταλειμμένο, όμως φαινόταν, τόσο δεμένο με την φύση γύρω του, που άργησε να το εντοπίσει. Η Τιτίκα σηκώθηκε, τίναξε τα μουσκεμένα της φτερά και πέταξε προς τα εκεί. Προσγειώθηκε μπροστά στην μισάνοιχτη, φαγωμένη από τον καιρό, πόρτα και την άνοιξε. Προχώρησε χωρίς δισταγμό μέσα κοιτώντας ερευνητικά γύρω της. Δεν άργησε να εντοπίσει το σεντούκι κάτω από το παράθυρο κι ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, το άνοιξε.
Ήταν άδειο. Ένιωσε την απογοήτευση να την πλημμυρίζει μέχρι που είδε τον καθρέφτη, στον πάτο του. Φτιαγμένος από το ίδιο ξύλο με το σεντούκι, το ίδιο παλιό, κρυβόταν κάτω από ένα στρώμα σκόνης. Τον κράτησε με το αριστερό της χέρι, ενώ με το δεξί καθάριζε προσεχτικά την θολή επιφάνεια. Αντί για το πρόσωπό της, βρέθηκε απέναντι σ’ έναν νεαρό άντρα, που την κοιτούσε στα μάτια και της ψιθύρισε: “θα είμαι δίπλα σου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Θα είμαι εδώ για σένα.”
Καθώς ο κόσμος γύρω της έγινε ρευστός, ένα ποτάμι με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου κι ενώ το κόκκινο φόρεμά της λαμπύριζε καθώς στροβιλιζόταν στην δίνη του, η Τιτίκα ένιωσε να ζαλίζεται κι οδηγούμενη στον πάτο του σεντουκιού, άλλαξε μορφή. Το σεντούκι έκλεισε μ’ ένα ξερό θόρυβο κι έτσι έμεινε στο σκοτάδι.
Ο Τέλης άφησε το αυτοκίνητο λίγο έξω από το χωριό, στα μέσα της διαδρομής που συνήθιζε να κάνει με το ποδήλατο κάποτε. Κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να δει τι είχε αλλάξει καθώς προχωρούσε αργά, νιώθοντας τις πρώτες σταγόνες ιδρώτα να κυλούν από το μέτωπό του. Δεν είχε έρθει εδώ από το ‘90, τότε ακόμα που οι δικοί του είχαν το εξοχικό στο χωριό κι ένιωθε ένα γλυκόπικρο αίσθημα βλέποντας τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος.
Είχαν συμβεί πολλά στην προσωπική του ζωή τον τελευταίο καιρό, που τον έβγαλαν από την ρουτίνα των τελευταίων ετών και τον έκαναν πιστέψει πως υπήρχε ακόμα μέσα του ο Τέλης που παθιαζόταν, έπαιρνε φωτιά κι έκαιγε τα πάντα γύρω του για μια ιδέα, μια αγάπη, έναν έρωτα. Η επιστροφή του σ’ εκείνον τον Τέλη όμως, τον έκανε τελικά να αναπολήσει την ηρεμία και την γαλήνη που ένιωθε τότε εδώ, σ’ αυτό το μαγικό μέρος.
Έπρεπε να πάρει μια απόφαση και δεν μπορούσε να σκεφτεί ιδανικότερο μέρος από αυτό. Στάθηκε στην κορυφή του λοφίσκου κοιτάζοντας προς τα κάτω συγκινημένος  Ευτυχώς κάποια πράγματα έμεναν αναλλοίωτα στην πορεία του χρόνου. Ήταν το ίδιο όπως το θυμόταν. Θα πήγαινε να ξαπλώσει κάτω από τον ίσκιο των δέντρων, δίπλα στο ρυάκι και θα άφηνε το μυαλό του να αδειάσει και την καρδιά του να τον οδηγήσει.
Τότε πρόσεξε το ουράνιο τόξο που η άκρη του έδειχνε να τελειώνει πάνω από το ερειπωμένο σπίτι, λίγα μέτρα μακριά από εκεί που στεκόταν. Περίεργος πλησίασε κοντά και κάθισε δισταχτικός στην πόρτα του για λίγο. Αν και το είχε δει πολλές φορές, τότε που καθόταν κάτω στο ρυάκι, δεν είχε μπει ποτέ στον πειρασμό να το εξερευνήσει. Έσπρωξε με μια αποφασιστική κίνηση την μισοφαγωμένη πόρτα και μπήκε μέσα.
Το φως από το απέναντι παράθυρο έπεφτε πάνω στο σεντούκι, που βρισκόταν ακριβώς από κάτω του. Ακολουθώντας την ίδια παρόρμηση που τον έκανε να ακολουθήσει το ουράνιο τόξο και να ανοίξει την κλειστή πόρτα, προχώρησε προς το σεντούκι και κάθισε για μια στιγμή αναποφάσιστος πριν το ανοίξει.
Στην αρχή ένιωσε πως τον ξεγέλασαν γιατί δεν είδε τίποτα μέσα, αν και δεν ήξερε κι ο ίδιος τι ακριβώς περίμενε να δει. Σκύβοντας μπροστά, είδε στον πάτο του σεντουκιού κάτι να ξεχωρίζει πάνω στην σκόνη. Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, παράξενα φρέσκο και δροσερό ακόμα. Το έφερε έκπληκτος μπροστά του κι έσκυψε να το μυρίσει.
Η Τιτίκα ξύπνησε από τον βαθύ της ύπνο κι είδε μπροστά της τον άντρα του καθρέφτη. Του χαμογέλασε γεμάτη εμπιστοσύνη και τον αγκάλιασε. «Σε περίμενα» του ψιθύρισε στο αυτί και γέλασε μ’ εκείνο το ιδιαίτερο γέλιο των νεράιδων. «Ελπίζω να κρατήσεις την υπόσχεσή σου» του είπε, ενώ έσκυβε να τον φιλήσει.
Ο Τέλης ένιωσε να στροβιλίζεται, ενώ γύρω του έλαμπαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, κάθε χρώμα κι ένα συναίσθημα, με το κόκκινο να κυριαρχεί, το κόκκινο του έρωτα. Κοίταξε την γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα που κρατούσε στην αγκαλιά του, την γυναίκα που είχε ονειρευτεί τόσες φορές και τώρα ήταν εκεί και τον κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν. Την έσφιξε πάνω του κι ένιωσε τα αγκάθια του τριαντάφυλλου να τον τρυπάνε.
Τράβηξε τα χέρια του απότομα και καθώς το αίμα του κυλούσε πάνω στο κόκκινο φόρεμα και γινόταν ένα μ’ αυτό της είπε: «Δεν είμαι εγώ αυτός που περίμενες. Θα μπορούσε να είναι ο καθένας που θα άνοιγε το σεντούκι. Απλά εγώ έτυχε να είμαι εδώ σήμερα». Η νεράιδα έμεινε να τον κοιτάζει στην αρχή έκπληκτη και μετά πληγωμένη, ενώ αντιλαμβανόταν πως τα χρώματα ξεθώριαζαν και εξαφανιζόταν σιγά σιγά.
«Είσαι εσύ» του απάντησε, ενώ τα μαύρα μάτια της βούρκωσαν. «Εσένα είδα στον μαγικό καθρέφτη, εσύ έφερες τα χρώματα, ο έρωτάς σου ήταν ο θησαυρός στην άκρη του ουράνιου τόξου». Ενώ η μορφή της άρχισε να τρεμοσβήνει, ο Τέλης άπλωσε τα χέρια για να την κρατήσει, αψηφώντας τον πόνο και τις αμφιβολίες του, όμως το μόνο που είχε μείνει απ’ αυτήν, ήταν το κόκκινο τριαντάφυλλο.
Οι έξι νεραιδούλες πέταξαν γύρω από την εξουθενωμένη Τιτίκα, ενώ επέστρεψε τυλιγμένη με τον μανδύα του ουράνιου τόξου , το προνόμιο του νικητή. «Έλα, πες μας, τι έγινε; Βρήκες τον θησαυρό; Γιατί άργησες τόσο;» την ρωτούσαν τιτιβίζοντας όλες μαζί ανυπόμονες να μάθουν τι είχε συμβεί.
Η Τιτίκα πέταξα από πάνω της τον μανδύα και απάντησε «Δεν υπήρχε τίποτα στην άκρη του ουράνιου τόξου. Ή εγώ άργησα να φτάσω εκεί. Πάντως τα χρώματα ήταν πανέμορφα». Τους χαμογέλασε καθώς έβγαζε το κόκκινο φόρεμα και γυμνή επέστρεψε στο ανθόσπιτό της.
Δεν πήρε μέρος στους αγώνες ποτέ ξανά..

http://fpparmirosedreamsagain.blogspot.com/

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Στο παζάρι του ληστή


κομμάτιασες την καρδία μου
τις άνοιξες πληγές
δεν θα σε πληγώσω όπως άλλοι
τα λόγια σου κομμάτια σε όλο μου
το είναι,σε κάθε κύταρρο που ζώ
και αναπνέω...
παλικαρί σου είχα πει της νεράιδας της τσάκισες
τα φτέρα!!!!!!!