BLOGGER TEMPLATES AND TWITTER BACKGROUNDS »

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Παραμύθι...

Στους φράχτες και στα λιβάδια,ανάμεσα στα βατόμουρα και στο ανοιξιάτικο χορτάρι,τριγυρίζουν οι νεράιδες και φροντίζουν την γη.Το γλυκό άρωμα των λουλουδιών ενώνεται με το άρωμα της δροσιάς δημιουργώντας μια μαγική ατμοσφαίρα που οδηγεί τις νεράιδες στα λιβάδια.
  Κάτω από το φως του φεγγαριού οι νεράιδες έχουν πολλή δουλειά να κάνουν.Πρέπει να φροντίσουν τα λουλούδια που άνθρωποι απρόσεχτοι πάτησαν κατά την διάρκεια της μέρας.Πρέπει να επιδιορθώσουν θάμνους με σπασμένα κλαδιά και να σώσουν τα τρυφερά μπουμπούκια που έπεσαν στο έδαφος,ώστε να μεγαλώσουν και να γίνουν μαγευτικά λουλούδια.
Βέβαια,κατά τη διάρκεια της δουλειάς τους,οι νεραιδουλες διασκεδάζουν τραγουδώντας υπέροχα τραγούδια και γελούν ανταλλάσσοντας πειράγματα και αστεία.
Η Νεράιδα του Φεγγαριού παρακολουθεί όλα όσα γίνονται στην ύπαιθρο.Βλέπει από ψηλά τις νεραιδουλες που μαζεύουν χορταράκια για τα πληγωμένα ζώα και τα βοηθούν να επιστρέψουν στις φωλιές τους.Γνωρίζει ότι κάθε νεράιδα έχει το δικό της ρόλο και ότι όλες είναι απασχολημένες με κάποια εργασία μέχρι το πρωί.Φυσικά,και η Νεράιδα του Φεγγαριού έχει το δικό της ρόλο.
  Βοηθάει τις ερωτευμένες νεράιδες και φροντίζει να ενώσουν τις ζωές τους με το ταίρι τους.Φτιάχνει στον ουρανό ένα μονοπάτι από αστέρια και ελπίζει οτι οι νεράιδες θα το ακολουθήσουν όταν μεγαλώσουν.Μερικές επιλέγουν να ακολουθήσουν άλλο δρόμο κάποιες άλλες όμως καταλαβαίνουν την αξία του αστρικού τους μονοπατιού και το ακολουθούν.
  Εδώ και πολλά χρόνια η Νεράιδα του Φεγγαριού κάθεται και ατενίζει την νύχτα.Κάποτε,όταν έπρεπε να επιλέξει το δικό της μονοπάτι,αποφάσισε να γίνει η Νεράιδα του Φεγγαριού και να βοηθήσει τις υπόλοιπες νεράιδες.
Η Χρυσάνθη και ο Μάριος γνωρίζονται εδώ και πολλά χρόνια.Μαζί έχουν καθαρίσει πολλές φορές τα μονοπάτια του δάσους από τα πεσμένα φύλλα και έχουν διώξει τις μύγες από το σιτάρι.Κάποτε έσωσαν ένα σκαθάρι που είχε παγιδευτεί κάτω από ένα παλιό μεταλλικό κουβά και είχε μείνει για πολλές μέρες νηστικό.Ο Μάριος είχε περάσει πετώντας δίπλα από τον κουβά πολλές φορές,αλλά συνεχώς ήταν απασχολημένος με κάτι άλλο και δεν άκουγε τις απελπισμένες κραυγές του σκαθαριού.
  Ένα πρωί ο Μάριος έτρεχε προς μια κατεύθυνση και η Χρυσάνθη προς την αντίθετη.Κανείς τους δεν κοιτούσε μπροστά.Έτσι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο.Έπεσαν κάτω και σήκωσαν το βλέμμα τους ζαλισμένοι.Γελώντας,σηκώθηκαν και τίναξαν την σκόνη από τα ρούχα τους.Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε το μονοπάτι που είχε ορίσει γι'αυτους η Νεράιδα του Φεγγαριού.Το επέλεξαν δίχως να το καταλάβουν και ξαφνικά φιλήθηκαν.Τότε άκουσαν το λαχάνιασμα του εξαντλημένου σκαθαριού και,προς μεγάλη του χαρά και ανακούφιση,σήκωσαν τον κουβά και το απελευθέρωσαν.Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

πηγή:Μαγικές ιστορίες από τη Νεραιδοχωρα-εκδόσεις Σαβαλλας
ashrai,www.neraidokiklos.gr

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Η κυρα Βάσω και η νεράιδα της!

Σταματάει απότομα το ασθενοφόρο μπροστά στο Κέντρο Υγείας και μαζί με τους τραυματίες ο Νίκος ένας από τους διασώστες
κρατάει διπλωμένο προσεκτικά ένα άσπρο σεντόνι με προσοχή
κανένας δεν του δίνει σημασία γιατί όλοι τρέχουν στα φορεία και στους ανθρώπους που είναι τραυματίες.
Αυτός με τρεμάμενα χέρια μπαίνει στα πολύβουα ιατρεία περνάει από διαδρόμους
και καταλήγει σε ένα μακρινό δωμάτιο φωνάζοντας τον φίλο του χειρούργο που περιποιόταν εκεί κοντά κάποιους τραυματίες.

-Ελα Νίκο τι έγινε; έχεις κάποιο έγκαυμα; για να σε δω!
-Απόστολε δεν είναι έγκαυμα μα κάτι περίεργο που βρήκα μαζί με μια γιαγιά στο Νεραϊδοχώρι που κάηκε εχθές το βράδυ!
Ήταν μαζί με το απανθρακωμένο πτώμα της και το κρατούσε σφιχτά στο στήθος της και όταν κατάφερα και άνοιξα τα χέρια της βρήκα αυτό!
- ρε συ Νίκο τι είναι αυτό;
- δεν ήθελα να το δείξω σε κανένα μόνο εγώ κι εσύ το ξέρουμε!
Τί να κάνω δεν ξέρω;
- Τρελαμένα πράγματα! Που το βρήκες;
- Απόστολε άκου τι έγινε!

Ρώτησα ένα παππού που περιφερόταν με μισοκαμένα ρούχα σε κάτι ερείπια εκεί δίπλα και χωρίς να με κοιτάξει μου είπε:
- αγόρι μου εδώ εχθές το βράδυ έγινε μεγάλη καταστροφή!
ο παππούς ασταμάτητος δεν με άφησε να ρωτήσω παραπάνω, έβγαζε τον καημό του!
- ούτε θεός, ούτε διάολος μας λυπήθηκ είχαμε μείνει μόνοι μας 14 νοματαίοι κανένας δεν μας είπε ότι η φωτιά πλησίαζε.
Οταν το καταλάβαμε ήταν αργά και τα τηλεφωνά μας κομμένα...
οι έξι νέοι αποφάσισαν να φύγουν εγώ και οι υπόλοιποι οκτώ και πιο γέροι δεν είχαμε το κουράγιο
εβδομηνταπέντε χρόνια σ’αυτά τα χώματα έζησα πως να τα αφήσω;
  • -Είχα υποσχεθεί και στην κυραΜαρία πριν ξεψυχήσει
    πριν δύο χρόνια ότι θα της ανάβω το καντηλάκι της
    μπροστά στην φωτογραφία του γιου μας
    που είχε πεθάνει στρατιώτης στην Κύπρο το ‘74
    και ότι θα τις προσέχω τις πέντε κοτούλες της
    και την Φρόσω την αγαπημένη της καστανή γατούλα
    μέχρι να φύγω κι εγώ να πάω να την συναντήσω,
    δεν ήθελα παληκάρι μου να με δει από εκεί ψηλά που βρίσκεται
    ότι έφευγα με την πρώτη δυσκολία!
·  Κάθησε κάτω για λίγο κι έπιασε το κεφάλι του ποιός ξέρει τι εικόνα του ήρθε στο μυαλό!
και με τρεμάμενη βουρκωμένη φωνή και δάκρυα στα μάτια συνέχισε:
- Βλέπεις παλικάρι μου η ζωή μου χωρίς την σύντροφό μου δεν είχε πια αξία!
- Ελα παππού να σε πάω σε ένα μέρος να σε δει κάποιος γιατρός, του είπα και απάντησε
- Δεν φεύγω κάπου σ’αυτή την γωνία είναι το καντηλάκι της
με την φωτογραφία του γιου μου! -αν δεν τα βρω δεν φεύγω!
 
Μου τα έλεγε ψάχνοντας σε ένα βουνό από μπάζα ότι είχε απομείνει
από το παλιό πέτρινο σπίτι του,
αποφάσισα να τον βοηθήσω και να μάθω για το εύρημά μου
τον ρώτησα για την γιαγιά που βρήκα το πτώμα της στην διπλανή αυλή και τι ήξερε γι’αυτήν την μαύρη μικρή φιγούρα
και ο γεροντάκος άρχισε να μου λέει μια ιστορία χωρίς να σταματήσει το ψάξιμο μαζί μου στα ερείπια…
 
Μια φορά κι ένα καιρό σε μια μακρινή χώρα που την έλεγαν Ελλάδα
υπήρχε ένα όμορφο χωριό μέσα σ’ένα παρθένο δάσος από έλατα, πλατάνια και πεύκα
ρυάκια το διέσχιζαν και ολόδροσες πηγές το περιτριγύριζαν
πολλοί οι κάτοικοι του τα ζώα και τα πουλιά υπήρχε κι ένας παλιός θρύλος που μίλαγε ότι κατοικούσαν στο πυκνό δάσος
ανάμεσα στις πηγές νεράιδες και ξωτικά!
Εκεί λοιπόν υπήρχε κι ένα χωριό, ένα νεραϊδοχώρι οι κάτοικοί είχαν τα πάντα και οι ζωές τους είχαν βρει έναν ρυθμό που απολάμβαναν την φύση με τις οικογένειές τους!
εκεί ζούσε και μια κυρία μόνη η κυρα Βάσω
μόνη, γιατί ο άντρας της ναυτικός δεν γύρισε ποτέ από κάποιο από τα ταξίδια του
ποτέ δεν έμαθε νέα του και έτσι τον περίμενε μια ζωή να γυρίσει
τα χρόνια περνούσαν και η κυράΒάσω μεγάλωνε παιδιά δεν είχε αποκτήσει και σιγά σιγά η δουλειά στα χωράφια την έριξε
η μέση της δεν άντεχε άλλο δεν μπορούσε να περπατήσει και κουνιόταν μόνο με το αναπηρικό καροτσάκι της.

Ένα μεσημέρι που καθόταν στον κήπο μόνη της ένοιωσε κάποιον ή κάτι δίπλα της
γυρνάει και δεν βλέπει κανένα αυτό συνεχίστηκε για μέρες η παρουσία δεν έλεγε όμως να φύγει.
Ξέροντας από παλιά για τα ξωτικά και τις παραδόσεις του χωριού
και για να μην της κάνουν κακό έπρεπε να τα φιλέψει
αποφάσισε να φτιάξει μια μέρα ένα γλυκό
μια σπιτική μαρμελάδα και να τους την προσφέρει!
Ξεκίνησε τότε να φτιάχνει την μαρμελάδα καθώς όμως έκοβε τα ροδάκινα με το μαχαίρι της ξέφυγε και κόπηκε στο δάχτυλο της
αμέσως το έδεσε γιατί από την πληγή έβγαινε λίγο αίμα
συνέχισε όμως μετά από λίγο την παρασκευή της μαρμελάδας
μόλις τελείωσε στο σούρουπο έβαλε σ’ένα μικρό μπολ λίγη από την ζεστή μαρμελάδα
και το άφησε το βράδυ έξω κάτω από την πυκνή μουριά στην αυλή της.
Το πρωί ξυπνώντας συνειδητοποίησε ότι η πληγή στο χέρι της έχει κλείσει! ...κάτι δεν πήγαινε καλά!
- επουλώθηκε τόσο γρήγορα;

Ασε που στο μυαλό της ακόμα είχε το περίεργο όνειρο που έβλεπε το βράδυ ότι πάνω από το κρεββάτι της υπήρχαν μικρά ανθρωπάκια
που συζητούσαν για την πληγή της!!!
Όταν βγήκε στον κήπο το μπολάκι με την μαρμελάδα δεν ήταν πουθενά
τότε κατάλαβε ότι το δώρο που άφησε στα ξωτικά τα έκανε να την θεραπεύσουν από ευγνωμοσύνη
αλλά για στάσου τα σκανταλιάρικα ξωτικά δεν κάνουν θαύματα απίστευτο σκέφτηκε αυτό μόνο νεράιδες μπορούν να το κάνουν!
Από τότε η κυραΒάσω κάθε βράδυ άφηνε έξω από το σπίτι της γλυκίσματα τρόφιμα αλλά και κουβάδες με καθαρό νερό
και πράσινο σαπούνι από τα χέρια της φτιαγμένο για να πλένονται οι νεράιδες, ήξερε ότι τους αρέσει η καθαριότητα!
Με τον καιρό στο χωριό διαδόθηκε και όλοι πιστεύαμε ότι μια νεράιδα ζούσε μαζί με την κυραΒάσω
αφού σχεδόν καθημερινά στο σπίτι της φρόντιζε να κάνει την παρουσία της αφήνοντας πράγματα από τον νεραϊδόκοσμό της
και όποιος πλησίαζε στην αυλή της τον τύλιγε ένα μαγευτικό μεθυστικό άρωμα από αγριολούλουδα
που σε κανένα άλλο σημείο του χωριού δεν το ένιωθες.
Πολλοί μιλούσαν στο χωριό ότι ακούγανε μελωδικές αρμονικές καμπανούλες και μια φωνούλα που τραγούδαγε ένα μαγευτικό ακαταλαβίστικο τραγούδι
και όταν πλησίαζαν πιο κοντά στην αυλή της αυτό σταματούσε…

Και συνέχισε να αφηγείται ο παππούς…
- Ωσπου ήρθε αυτή η εφιαλτική μέρα, η μέρα της καταστροφής μας !
Η κυρα Βάσω δεν ήθελε να φύγει όπως και οι υπόλοιποι υπερήλικες γειτόνοι μας
μόλις οι φλόγες πλησίασαν κλείστηκε στο μικρό σπιτάκι της
μια και το αναπηρικό καροτσάκι της δεν της άφηνε πολλά περιθώρια για να κινηθεί
οι τρεις άντρες-παππούδες που είχαμε απομείνει καθίσαμε στον δρόμο έξω με τις τσάπες να κάνουμε ότι μπορούμε
οι φλόγες έρχονταν από παντού και έγλειφαν τα κορμιά μας
δίπλα μου είχα μια στέρνα και με ένα κουβά έβρεχα συνέχεια το σώμα μου από το λιγοστό της νερό
ώσπου κάποια στιγμή μέσα στις φλόγες είχα απομείνει μόνος μου όρθιος
και στους πυκνούς καπνούς αμυδρά είδα μια νεράιδα να αιωρείται μπροστά μου
δεν ήξερα αν ήταν παραίσθηση ή όραμα, πριν το τέλος μου!!! ...τότε άκουσα την γλυκιά φωνούλα της
-που είναι η κυρα Βάσω μου;
Της έγνεψα το σπίτι της με το βλέμμα μου γιατί σάλιο δεν υπήρχε, φωνή δεν έβγαινε ο καπνός έκαιγε τον λαιμό μου
εκείνη την στιγμή στο σπίτι της κυρά Βάσως οι φλόγες το είχαν ζώσει και το έκαιγαν από παντού δεν υπήρχε σωτηρία πια για κανέναν
είδα τότε την νεράιδα χωρίς δισταγμό να ορμάει με μανία να μπει στο καμένο σπίτι να σώσει την ανάπηρη γιαγιά
...αλλά πως θα την σώσει;
εγώ άρχισα να γέρνω από τις αναθυμιάσεις τα γέρικα πόδια μου δεν με κρατούσαν άλλο
έβλεπα εκείνο το μικρό πλασματάκι να προσπαθεί να ξεγελάσει τον πύρινο κλοιό για να καταφέρει να μπει μέσα στο σπίτι
έβλεπε ανάμεσα στον καπνό τα πεταλουδένια φτεράκια της να παίρνουν φωτιά
το απαλό της νεραϊδένιο κορμί λαμπάδιασε πριν καλά καλά πλησιάσει την φλεγόμενη πόρτα που με ορμή έπεσε πάνω της!

-Εκεί έχασα τις αισθήσεις μου
μέχρι πριν λίγο που ένα παλικάρι με ανάστησε και συνήλθα
ευτυχώς με το πέσιμο είχα βουτήξει μέσα στην στέρνα και γλίτωσα, μόνο εγώ!
οι άλλοι γείτονες ταξιδεύουν στην γυναικούλα μου κοντά!


O Απόστολος είχε μείνει άφωνος ακούγοντας την περιγραφή του φίλου του
ο Νίκος συνέχισε:
-Εκείνη την στιγμή βρήκαμε την φωτογραφία σχεδόν άθιχτη και το χάλκινο καντιλάκι μαζί
ο παππούς τα έπιασε και τα φίλησε σαν ότι πιο πολύτιμο είχε και έτσι ήταν! γιατί πια δεν είχε τίποτα άλλο!
Τον πήρα μαζί μου στο ασθενοφόρο αφού τύλιξα με προσοχή το εύρημά μου
- δεν ξέρω τι να την κάνω τώρα Απόστολε! Τι λες κι εσύ;

Εκείνη την στιγμή μια νοσοκόμα τους διέκοψε τους ενημέρωσε ότι ο γέρος με το καντηλάκι και μια φωτογραφία αγκαλιά
που έφερε πριν λίγο το ασθενοφόρο δεν άντεξε η καρδιά του!

Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν
- τώρα τι κάνω; ποιος θα πιστέψει την ιστορία μου;
- Νίκο νομίζω ότι πρέπει να την επιστρέψεις στο χώρο της στην εποχή μας κανένας δεν πιστεύει σε νεράιδες
κάνε ότι νομίζεις εσύ καλύτερο εγώ πηγαίνω μέσα με περιμένουν οι τραυματίες!

Ο Νίκος ξανατύλιξε το άψυχο κορμάκι και έφυγε για το νεραϊδοχώρι
πήγε ξανά στα συντρίμμια της αυλής της κυρα Βάσως εκεί που το πρωί τις είχε βρει μαζί αγκαλιά
και σε μια γωνίτσα της αυλή υπήρχε μια μισοκαμένη τριανταφυλλιά
ακούμπησε απαλά δίπλα της το καμένο κορμάκι
ένα τελευταίο χάδι...
έσκαψε στην ρίζα της και εναπόθεσε εκεί απαλά το άψυχο σωματάκι
σκεπάζοντας το με λίγο χώμα και με πέταλα από τα καμένα τριαντάφυλλα
τώρα θα ξεκουραστεί εκεί δίπλα από την ψυχή της κυρα Βάσως της καλύτερης φίλης της!!

πηγή:melomenos,neraidokiklos.gr

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Θέλω να ζήσω μόνο για μένα -- Εκείνος και Εκείνος

Ζογκλέρ -- Άγγελος Βούλγαρης

There is a ghost -- Marianne Faithfull